Σάββατο, Ιανουάριος 09, 2010

Χ. Παπασωτηρίου -Η υψηλή στρατηγική του Ηρακλείου



Το κεντρικό στρατηγικό πρόβλημα του Ηρακλείου, όταν ανέλαβε την αυτοκρατορική εξουσία, ήταν ότι οι πόροι του Βυζαντίου είχαν συρρικνωθεί καταστροφικά. Η απώλεια της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, της Συρίας και της βυζαντινής Μεσοποταμίας μαζί με την απώλεια μεγάλου μέρους των Βαλκανίων ισοδυναμούσε με απώλεια των μισών τουλάχιστον φορολογικών εσόδων. Τα δημοσιονομικά της Αυτοκρατορίας έπληξαν περαιτέρω οι πολεμικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία ζημιώνοντας την οικονομία της. Ο τακτικός στρατός είχε καταρρεύσει σε μεγάλο βαθμό με τους εμφύλιους πολέμους και τις περσικές επιθέσεις. Ο Ηράκλειος είχε στη διάθεση του λιγοστά μόνο απομεινάρια του παλαιού τακτικού στρατού του 6ου αιώνα. Μόνο στη θάλασσα διατηρείτο αδιαμφισβήτητη η βυζαντινή υπεροχή, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην αποτυχία της αβαρο-περσικής επίθεσης κατά της Κωνσταντινούπολης το 626.

Πέρα από τη συρρίκνωση των υλικών της πόρων η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ταλανιζόταν από ισχυρά πλήγματα στην εσωτερική της νομιμοποίηση, που κλόνισαν τη συνοχή της ενώπιον των εξωτερικών εχθρών.

Πρώτον, η στάση του Φωκά άνοιξε τον δρόμο για συχνές αμφισβητήσεις της αυτοκρατορικής εξουσίας από στρατηγούς που εποφθαλμιούσαν τον αυτοκρατορικό θρόνο. Κατά τον 6ο αιώνα είχε σημειωθεί μία μόνο απειλητική στάση, του Βιταλιανού κατά του Αναστασίου, που είχε συντριβεί έπειτα από σημαντικό εμφύλιο πόλεμο. Η στάση του Βιταλιανού ωστόσο έλαβε χώρα σε περίοδο εξωτερικής ειρήνης. Τη στάση του Φωκά ακολούθησαν σε καιρό πολέμου η στάση του Ναρσή και η επιτυχής στάση του Ηρακλείου, ο οποίος με τη σειρά του αμφισβητήθηκε κατά τα πρώτα δύο χρόνια της βασιλείας του από τον Κομεντιόλο, αδελφό του Φωκά και αρχιστράτηγο της Ανατολής, και από τον διάδοχο του Πρίσκο. Η εξουσία του Ηρακλείου εδραιώθηκε, μόνο όταν ο Πρίσκος καθαιρέθηκε και δικάσθηκε από τη σύγκλητο στην Κωνσταντινούπολη το 612.

Δεύτερον, οι θρησκευτικές διαιρέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κλιμακώθηκαν στις αρχές του 7ου αιώνα. Η εκκλησία ήταν βαθιά διαιρεμένη μεταξύ χαλκηδόνιων και μονοφυσιτών. Καθώς ο Φωκάς ακολούθησε σκληρή πολιτική κατά των μονοφυσιτών, απογοήτευσε τους πληθυσμούς της Συρίας και της Αιγύπτου, στους οποίους η αίρεση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στις χώρες αυτές, φρόντισαν να ακολουθήσουν πολιτική ανοχής έναντι των μονοφυσιτών, οι οποίοι ως εκ τούτου σταμάτησαν να αγωνίζονται υπέρ του Βυζαντίου. Ακόμα χειρότερη ήταν η κατάσταση αναφορικά με θρησκευτικές μειονότητες όπως οι εβραίοι, οι οποίοι είχαν υποστεί σημαντικές διοικητικές διακρίσεις σε βάρος τους από τις βυζαντινές αρχές, ιδίως από την εποχή του Ιουστινιανού, και οι οποίοι τώρα εξεγέρθηκαν ένοπλα κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και συνέπραξαν ενεργά με τους Πέρσες.

Ο στόχος του Ηρακλείου ήταν να επαναφέρει την Αυτοκρατορία στο εδαφικό status quo του 603. Δεδομένης της καταστροφικής συρρίκνωσης των αυτοκρατορικών πόρων, ο στόχος αυτός ήταν εφικτός μονάχα με μια ριζική κινητοποίηση της βυζαντινής κοινωνίας. Η κινητοποίηση αυτή συνεπαγόταν αλλαγές στη σχέση κράτους και κοινωνίας. Η κοινωνία δέχθηκε τεράστιες θυσίες. Οι χρηματικοί μισθοί στον στρατό και στη δημόσια διοίκηση μειώθηκαν κατά το ήμισυ και οι νέες πληρωμές γίνονταν στο υποτιμημένο νέο ασημένιο νόμισμα. Η δωρεάν διανομή άρτου στους απόρους καταργήθηκε. Η εκκλησία έδωσε τους θησαυρούς της. Από την άλλη πλευρά το κράτος προσαρμόσθηκε ιδεολογικά. Ο αγώνας του έπρεπε να γίνει αγώνας της κοινωνίας. Την απόμακρη Raison d'État του Ιουστινιανού αντικατέστησε ο θρήσκος εθνικισμός του Ηρακλείου. Ο Ακάθιστος Ύμνος και η επαναφορά του Τιμίου Σταυρού στην Ιερουσαλήμ αποτελούν βαθύτατα λαϊκά σύμβολα -ακόμα και σήμερα-, τα οποία δείχνουν πόσο έντονη ήταν η συναισθηματική ταύτιση της ορθόδοξης κοινωνίας με τον αγώνα του Ηρακλείου. Η αλλαγή της επίσημης γλώσσας του κράτους προς το τέλος του μεγάλου πολέμου από τα λατινικά στα ελληνικά ήταν φυσιολογική κρατική προσαρμογή στην κοινωνία κάτω από τις νέες ιδεολογικές περιστάσεις. Αντί το κράτος να είναι ένα απόμακρο μανδαρινάτο με τη δική του γλώσσα -τα λατινικά ήταν ιδιαίτερα βαριά και επίσημα-, προσέγγισε την κοινωνία με την οικειοποίηση της γλώσσας της.

Παράλληλα ωστόσο ο Ηράκλειος υπήρξε συνεχιστής των παραδόσεων της ύστερης αρχαιότητας. Από τη μία πλευρά η βασιλεία του αποτελεί κρίσιμο σημείο στη μακροχρόνια μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα στον ελληνορθόδοξο βυζαντινό μεσαίωνα• από την άλλη πλευρά ο Ηράκλειος συντέλεσε στη διατήρηση των παραδόσεων του ρωμαϊκού κράτους και της υψηλής στρατηγικής του Ιουστινιανού. Στα πλαίσια του μεγάλου πολέμου η συντηρητική πλευρά του Ηρακλείου φαίνεται όχι μόνο από τους στόχους του, την επιστροφή δηλαδή στο εδαφικό status quo του 6ου αιώνα, που συνεπαγόταν συνύπαρξη με τους μονοφυσίτες της Συρίας και της Αιγύπτου, αλλά και από τις μεθόδους του. Η θρησκευτική-εθνικιστική κινητοποίηση της βυζαντινής κοινωνίας συνδυάσθηκε με τις εγγενώς «ελιτίστικες» μεθόδους της διπλωματίας του Ιουστινιανού. Η διάσταση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων προκάλεσε πολιτικές τριβές, όπως θα φανεί παρακάτω, όταν εξετασθεί η εξισορροπητική διπλωματία του Ηρακλείου.

Μια ακόμα πτυχή της υψηλής στρατηγικής του Ηρακλείου πρέπει να σημειωθεί, πριν προχωρήσουμε στις επί μέρους διαστάσεις της. Όταν ο Ηράκλειος αποφάσισε να επιτεθεί στην καρδιά της περσικής αυτοκρατορίας, αντί να αρκεσθεί οτη διατήρηση όσων του είχαν απομείνει, τα έπαιξε όλα για όλα σε μια ζαριά. Αν η επίθεση του είχε αποτύχει, αν ο στρατός του είχε ηττηθεί και διαλυθεί, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία θα είχε ελάχιστες πλέον εφεδρείες. Έχοντας κυριολεκτικά ρευστοποιήσει τα χρυσαφικά της, είχε συγκεντρώσει τις έσχατες δυνάμεις της στο εγχείρημα του Ηρακλείου. Αν ο Ηράκλειος είχε αποτύχει, η Μικρά Ασία θα έπεφτε πιθανότατα στους Πέρσες, αφήνοντας την Κωνσταντινούπολη ουσιαστικά χωρίς επαρχίες και χωρίς φορολογικά έσοδα, ένα απόρθητο αλλά απομονωμένο φρούριο, καταδικασμένο σε μαρασμό. Στην περίπτωση του Ηρακλείου ωστόσο η τύχη ευνόησε τους τολμηρούς και ο θρίαμβος του τον ανέβασε σε τέτοια ύψη στη συλλογική μνήμη της ελληνικής ορθοδοξίας, που μόνο δύο άλλοι βυζαντινοί αυτοκράτορες προσεγγίζουν: ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος.

Χ.Παπασωτηρίου
«Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική 6ος-11ος αιώνας»
Εκδόσεις Ποιότητα – 2001
Σελ. 120-123

Ετικέτες

Σάββατο, Οκτώβριος 25, 2008

Σωτήρης Γουνελάς – Η κρίση του Πολιτισμού.

Image Hosted by ImageShack.us


Επειδή βρισκόμαστε, όμως, εν μέσω... Ευρωπαϊκής Κοι­νότητος (και μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσεως) και, για να συνδέσω όλη αυτή την «εισαγωγική σύν­θεση» με τη σημερινή πραγματικότητα, θα παραθέσω εδώ έ­να απόσπασμα από κείμενο του γάλλου Αντρέ Ζίντ. Μέσα α­πό τα λεγόμενα του θα κατανοηθούν καλύτερα ως ένα βαθμό τα όσα λέγονται εδώ. Το κείμενο γράφτηκε στα 1923 με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το Μέλλον της Ευρώπης. Μιλώντας μ' έναν κινέζο διπλωμάτη ο Ζίντ τον ακούει να του λέει:

«... ο πολιτισμός σας, χωρίς αμφιβολία, ανέβασε τον άν­θρωπο πιο ψηλά άπ' όσο είχαμε ποτέ σκεφτεί ότι μπορούσε ν' ανέβει -υπό την έννοια της τεχνικής, αν μη τι άλλο-, κι έ­χετε δίκιο να πιστεύετε ότι αυτό άξιζε λίγες ρυτίδες. Το γε­γονός πού με εκπλήσσει είναι ότι ή θρησκεία σας, αυτή τουλά­χιστον πού ασκείτε, ο καθολικισμός, ο χριστιανισμός σας δί­δασκε τελείως άλλα πράγματα. Ο Χριστός δεν σας είπε επα­νειλημμένως ότι η ευτυχία γεννιέται με την άρνηση αυτού από το oποίο ακριβώς θ' αντλούσατε τη μεγαλύτερη δόξα και για το οποίο τόσο βασανίζεστε; Αυτή η κατάσταση παιδικότητας στην οποία επιμένει να σας επαναφέρει αυτή η άμεση και δι­αρκής ικανοποίηση, είναι εκείνη ακριβώς μέσα στην οποία ζούμε εμείς οι Κινέζοι, και πού τόσο λίγο γνωρίζουν οι κά­τοικοι του δικού σας κόσμου, ακόμη κι αυτοί πού αυτοαποκα­λούνται Χριστιανοί.

- Αυτό ακριβώς είναι πού έχει κατανοήσει η Εκκλησία, του είπα, και γι' αυτό αντιτάσσει στους νεωτερισμούς και στις μεταρρυθμίσεις, το σεβασμό και την αγάπη στην παράδοση και στο παρελθόν.

-Δε νομίζετε, συνέχισε, ότι όλα τα σημερινά δεινά της Ευρώπης προέρχονται από το γεγονός ότι, ενώ επέλεξε τον πολιτισμό, μένει προσκολλημένη σε μια θρησκεία πού τον αρνείται; Με ποιο τέχνασμα καταφέρνετε να συμφιλιώνετε αυτά τα δύο; Ζείτε σε μια κατάσταση συμβιβασμού· η ίδια η Εκκλησία, για να μη χάνει ούτε την επαφή, ούτε τη λεία, πειθαναγκάζεται να συνθηκολογεί υποχρεώθηκε να αναγνω­ρίσει όλη την εξέλιξη του πνεύματος, πράγμα πού την απο­μακρύνει όλο και περισσότερο από το γνήσιο πνεύμα του Ευ­αγγελίου. Αλλά από τη στιγμή πού ο χριστιανισμός δεν αρκέ­στηκε να φέρει στον κόσμο ένα σύστημα ηθικής, όπως έκαναν οι μεγάλοι μας σοφοί στην Ανατολή, άπ' τη στιγμή πού επέ­βαλε δόγματα, πού απαίτησε πίστη στα δόγματα, θρησκευτι­κή πίστη, και ζήτησε από τη λογική να υποταχθεί σ' αυτά, συναινούσε ταυτόχρονα στη σύγκρουση. Αν η λογική αντιτα­χθεί στο δόγμα -και νομίζω πώς αυτό ακριβώς συμβαίνει (αφού, αν δεν αντιτασσόταν, γιατί να απαιτείται Πίστη, εκεί όπου η απλή λογική και η ορθή σκέψη θα αρκούσαν)- η Εκ­κλησία αναγκάζεται να προσαρμοστεί στη λογική. Απ' αυτό ακριβώς είναι πού προφυλάχθηκαν ο Λάο-Τσέ, ο Κομφούκιος κι ο Σάκια-Μούνι, με το να αποφύγουν να στηρίξουν τη διδα­σκαλία τους σε μια βάση την οποία η λογική δεν θα προσέγ­γιζε παρά μόνο ως εχθρός, με το να μην την στηρίξουν σε τί­ποτα το υπερφυσικό και τέλος, με το να μη διαχωρίσουν πο­τέ την ηθική άπ' τη σοφία, ούτως ώστε, σε μας, ο πιο ενάρε­τος είναι ταυτόχρονα κι ο πλέον ορθολογιστής. Χάρη σ' αυτό, την ευδαιμονία πού εσείς ανάγετε στον ουρανό, εμείς την πραγματώνουμε στη γη.

Ταξίδεψα πολύ. Είδα μουσουλμάνους, βουδιστές… Είδα παντού τα ήθη, τους θεσμούς, την ίδια τη μορφή της κοινωνί­ας, όλα φτιαγμένα σύμφωνα με τις θρησκευτικές δοξασίες, ναι, παντού· εκτός από τις χριστιανικές κοινωνίες. Το γεγο­νός ότι η θρησκεία πού λέει στους ανθρώπους: «Για ποιο πρά­γμα ανησυχείτε;», πού τους διδάσκει να μην κατέχουν τίποτα πάνω στη γη, ν' αλληλοβοηθούνται, ν' άλληλοαγαπιώνται, να μην επιθυμούν ποτέ να προσθέσουν ένα δάχτυλο στο ανάστη­μα τους και να στρέφουν το δεξιό τους μάγουλο σ' αυτόν πού τους χτύπησε το αριστερό, είναι εκείνη ακριβώς πού διαμόρ­φωσε τους πιο ανήσυχους λαούς, τους πιο πλούσιους, τους πιο μορφωμένους, τους πιο πολιτισμένους (όλα, μορφές πλού­του), τους πιο επιτήδειους, πολυμήχανους, εφευρετικούς, τους πιο ραδιούργους, ενεργητικούς και θορυβώδεις, συνεχώς κατειλημμένους από την επιθυμία να φουσκώσουν και να με­γαλώσουν, αυτούς εν τέλει τους λαούς για τους οποίους εκεί­νο πού εσείς ονομάζετε τιμή είναι το πιο ερεθιστικό κι αντι­τίθεται απόλυτα στη συγγνώμη και την άφεση... δεν συμφω­νείτε ότι υπάρχει σ' αυτό κάτι το παράξενο, μια παρεξήγηση, μια απάτη, εν πάση περιπτώσει, κάτι το ασύμφωνο πού σας οδηγεί στη χρεωκοπία ;

-Νομίζω, τόλμησα να πω, πώς υποψιάζομαι την κρυφή αίτια αυτής της ανακολουθίας πού τόσο σας εκπλήσσει, αλλά και την οποία εμείς έχουμε τόσο συνηθίσει ώστε να μη μας κάνει πλέον την παραμικρή εντύπωση: είναι το ότι, παρόλο πού φαίνεται εκ πρώτης όψεως, ο χριστιανισμός (κι ό καθολι­κός κάπως λιγότερο από τον προτεσταντισμό) είναι ένα σχολείο ατομικισμού· ίσως το τελειότερο σχολείο ατομικισμού πού ο άνθρωπος εφεύρε μέχρι σήμερα».*

Βέβαια το κείμενο αυτό δεν είναι ανάγκη να το πάρει κανείς τοις μετρητοίς. Ο Ζίντ είναι κάπως παιδί του Νίτσε και ο Νίτσε, όσο κι αν θέλουμε να τον διαβάσουμε θετικά ή να βρούμε ουσιαστικές πλευρές στο έργο του, δεν πρέπει να ξε­χνάμε ότι είναι πολέμιος μιας ολόκληρης παράδοσης. Ωστό­σο, φαίνεται στο κείμενο αυτό ή σταδιακή παρέκκλιση ή πα­ραμόρφωση ή διαστρέβλωση του Ευαγγελικού μηνύματος, παρέκκλιση πού σταδιακά οδήγησε τους λαούς στην απώλεια του Νοήματος της Ενανθρώπησης και της Εκκλησίας ή αν θέλετε του Μυστηρίου της Ζωής, όπως μας το παρέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Πατερική θεολογία της και όπως το 'ξεραν, αν δεν το ζούσαν, μέχρι το Μεσαίωνα. Έχει σημα­σία ότι το κείμενο αυτό γράφεται από άνθρωπο πού δεν αρε­σκόταν στους εθνικισμούς, είχε πλατειά εμπειρία του κόσμου και γενικά του δυτικού πολιτισμού, γνώριζε τον Χριστιανι­σμό -τουλάχιστον τον δυτικό- και μη οντάς θεολόγος μιλά­ει μια αμεσότερη γλώσσα, πού σχετίζεται βέβαια με την όλη διαμορφωμένη κατάσταση και τον προβληματισμό στην Ευ­ρώπη των αρχών του 20ου αιώνα.

Η περίπτωση του Ζίντ δεν είναι η μόνη. Στις αρχές του αιώνα σημαντικοί στοχαστές στη Δύση άρχισαν να παίρνουν κριτική στάση απέναντι στην πορεία του νεώτερου πολιτι­σμού και αμφισβήτησαν πολλά από τα αυτονόητα ή ακλόνητα δεδομένα του. Ανάλογα με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και χα­ρίσματα του, ό καθένας τους είχε και διαφορετική θέση ή τρό­πο για να αναπτύξει την αμφισβήτηση του, την κριτική του ή την πρόταση του. Αραδιάζω μια σειρά ονόματα: Ρενέ Γκενόν, Ά. Τόϋμπι, Θ. Έλιοτ, Έζρα Πάουντ, Μίγκουελ Ουναμούνο, Όρτέγκα. Υ. Γκασσέτ, Σιμόνη Βέϊλ, Μ. Χάϊντεγγερ, ενώ από δίπλα, στην καρδιά της Ευρώπης, στο Παρίσι, οι Ρώσοι της Διασποράς (Μπερντιάγεφ, Φλωρόφσκυ, Ευδοκίμωφ, Σμέμαν, Μάγιεντορφ), διασταύρωναν την ρωσική Χριστιανικότητα με τον «Ευρωπαϊκό Μηδενισμό» (Νίτσε) και τις ποικίλες αμφισβητήσεις που είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν στο ευρωπαϊκό στερέωμα.

*Περιοδικό Το Δέντρο, Καλοκαίρι 1993, τ. 77-78, σσ. 12-13.


Σωτήρη Γουνελά – «Η κρίση του Πολιτισμού»
Εκδόσεις Αρμός -1997
Σελ. 21-25

Πέμπτη, Οκτώβριος 09, 2008

Φόρος Τιμής στον τον E. A. Blair (George Orwell)

Image Hosted by ImageShack.us



Θέλω να γράψω για τον Eric Arthur Blair που γεννήθηκε το 1903 στις Ινδίες και πού ατόφιος Εγγλέζος, όπως ο D.H.Lawrence ή ο Μπλαίηκ, ο Dr. Johnson ή ο G. Κ. Chesterton, δηλαδή αντιπροσωπευτικός μιας εθνότητας - όπως ο Μακρυγιάννης είναι ατόφιος Έλληνας. Θέλω να γράψω για τον Ε.A. Blair πού δεν τον μνημονεύει κανένας, μια και όλοι ξέρουν τον George Orwell –ψευδώνυμο- πού έγραψε το Animal Farm και το Nineteen Eighty Four, τα οποία πούλησαν απάνω από δυο εκατομμύρια αντίτυπα. Έγραψε και άλλα πολλά ο George Orwell - πεζογραφία, δημοσιογραφία, ταξίδια, εντυπώσεις, περιπέτειες, αναμνήσεις, κριτικές• - πάντα σημαντικά και παλικαρίσια, πάντα τίμια και σοβαρά, πάντα ασυμβίβαστα και με κύρος, γιατί στάθηκε o ίδιος σημαντικός και παλικάρι, τίμιος και σοβαρός, ασυμβίβαστος και με κύρος. Δεν ακολούθησε ποτέ σε τίποτα κανέναν από τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής του πού, για να μη θεωρηθούν οπισθοδρομικοί ή καθυστερημένοι και ασυγχρόνιστοι aπό την intelligentsia, φοβούνται να σταθούν όρθιοι όταν παίζουν τον Εθνικό Ύμνο (λέει ό Ε, A. Blair) ή -για τον ίδιο λόγο- ντρέπονται να σταυροκοπηθούν όταν μπαίνουν σε μια εκκλησιά (προσθέτω εγώ).

Δεν είπε, ακόμα, ποτέ ψέματα για κανένα ζήτημα και, το σπουδαιότερο, δεν πίστεψε τα μεγάλα ψέματα του 20ου αιώνα στη φιλοσοφία, στην κοινωνιολογία και στην πολιτική, πού δημιούργησαν -όπως όλα τα ψέματα- εκατομμύρια θύματα σε όλο τον κόσμο, τόσο ανάμεσα στους λαούς ή στις ολότητες όσο και ανάμεσα στους διανοούμενους ή στις μειονότητες. Γεννημένος από πατέρα υπάλληλο της Αγγλικής Διοίκησης, πήρε μια υποτροφία για το Eton -ο πατέρας του δε θά είχε τα μέσα να τον στείλει ποτέ σε τέτοιο πολυδάπανο κολλέγιο— από όπου αποφοίτησε προτού συμπληρώσει τα είκοσι, και σε λίγο διορίστηκε στην Ινδική Αυτοκρατορική Αστυνομία -ένα είδος Ελληνικής Χωροφυλακής ή Ισπανική Guardia Civil- στη Βιρμανία. Υπηρέτησε εκεί πέντε χρόνια, κατάλαβε πώς δεν του ταίριαζε το επάγγελμα, μίσησε την αυτοκρατορία («It did not suit me and made me hate imperialism», γράφει ο ίδιος στον πρόλογο της ουκρανικής έκδοσης του Animal Farm -κυκλοφόρησε Νοέμβριο 1947- από όπου παίρνω τα αυτοβιογραφικά τούτα) και παραιτήθηκε το 1927 -όταν βρισκόταν στην Αγγλία με άδεια— για να γίνει συγγραφέας.

Έζησε στο Παρίσι το 1928-29 γράφοντας διηγήματα ή αφηγήματα πού δεν τα δημοσίευε κανένας και πού αργότερα τα κατάστρεψε όλα. (Πεθαίνοντας άφησε ελάχιστα «χαρτιά», από αυτά για τα οποία τόσο πολύ ενδιαφέρονται μια ορισμένη κριτική και οι περισσότεροι βιογράφοι, και στη διαθήκη του ζήτησε να μη γράψουν τη βιογραφία του θέλοντας να δείξει, φαντάζομαι, πώς δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη το είδος αυτό.) Τα χρόνια εκείνα, ύστερα από το 1929, τα πέρασε μεροδούλι μεροφάι και αρκετές φορές νηστικός, ζώντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα με τους απόκληρους της κοινωνίας ή με στοιχεία ύποπτα στις χειρότερες φτωχογειτονιές και με αυτούς πού αλητεύουν ψωμοζητώντας στους δρόμους ή κλέβοντας. Το έκανε αυτό από αναπαραδιά, αλλά ο τρόπος ζωής των ανθρώπων αυτών τράβηξε το ενδιαφέρον του και αργότερα πέρασε πολλούς μήνες μελετώντας συστηματικότερα τις συνθήκες ζωής των ανθρακωρύχων στη βόρεια Αγγλία. Μοναχά ύστερα από το 1934 άρχισε να κερδίζει το ψωμί του γράφοντας.

Ως το 1930 δεν είχε ακόμα ξεκαθαρισμένη πολιτική άποψη, και το Σοσιαλισμό —ή αυτό που εκείνος ονομάζει Σοσιαλισμό (για περισσότερα, κοίταξε The, Collected Essays, I, 373 στις εκδόσεις «Penguin»)- τον προτίμησε περισσότερο από αηδία για τον τρόπο με τον οποίο καταπίεζαν και παραμελούσαν τους φτωχότερους από τους εργάτες της βιομηχανίας παρά από θεωρητικό θαυμασμό για μια προσχεδιασμένη κοινωνία, «more out of disgust with [...] than out of any theoretical admiration for a planned society» (συνεχίζω να παίρνω τα αυτοβιογραφικά από τον πρόλογο πού ανάφερα -The Collected Essays, III, 455-459). Tο 1936 παντρεύεται -την Eileen O'Shaugnessy (πρόφερε: Ο'Σόκενσι)- και την ίδια σχεδόν βδομάδα ξεσπάει στην Ισπανία ο Εμφύλιος Πόλεμος. Σε έξι μήνες, μόλις αποτέλειωσε ένα βιβλίο πού έγραφε, φεύγουν μαζί με τη γυναίκα του για την Ισπανία, όπου πολεμάει με τους Κυβερνητικούς -όχι με τη Διεθνή Ταξιαρχία, όπως οι περισσότεροι ξένοι, αλλά, από μια σειρά τυχαία περιστατικά («through a series of accidents»), με το P.O.U.M (Partido Obrero de Unificacion Marxista), δηλαδή με τους Ισπανούς Tροτσκιστές- στο μέτωπο της Άραγόνας έξι μήνες, και στη Χουέσκα τραυματίζεται άπο ένα φασίστα ελεύθερο σκοπευτή («a Fascist sniper ») στο λαιμό. Στα μέσα του 1937, όταν οι Κομμουνιστές κυριάρχησαν (ή σχεδόν) στην Ισπανική Κυβέρνηση, άρχισαν οι διωγμοί των Τροτσκιστών, και τα νιογάμπρια μόλις πού κατάφεραν να φύγουν ζωντανοί από την Ισπανία. Δεν τους έπιασαν ούτε μια φορά, ενώ πολλοί από τους φίλους τους εκτελέστηκαν και άλλοι φυλακίστηκαν για καιρό ή εξαφανίστηκαν για πάντα. Το άνθρωποκυνήγημα αυτό γίνηκε ταυτόχρονα με τις μεγάλες δίκες της Ε.Σ.Σ.Δ. και ήταν ένα είδος συμπλήρωμα τους («a sort of supplement to them»). «Στην Ισπανία όπως και στη Ρωσία» -μεταφράζω- «ή φύση των κατηγοριών (συγκεκριμένα: συνωμοσία με τους φασίστες) ήταν η ίδια και, για όσα σχετίζονταν με την Ισπανία, είχα κάθε λόγο να πιστεύω πώς η κατηγορία ήταν ψεύτικη».

Το πάθημα, αυτό τον έμαθε πόσο εύκολα η προπαγάνδα του ολοκληρωτισμού μπορεί να κατακυριέψει τη διαφωτισμένη κοινή γνώμη στις δημοκρατικές χώρες («can control the opinion of enlightened people in democratic countries»), και τον έκανε να ξεχωρίσει, στο σημείο τούτο, από τους αναρίθμητους διαφωτισμένους όσους, για χρόνια ολόκληρα, πιάστηκαν ψιμάρια στην προπαγάνδα αυτή. Πίσω στην Αγγλία το αντρόγυνο αντάμωσε πλήθος καλοπροαίρετους και καλά πληροφορημένους -έτσι νόμιζαν- παρατηρητές να πιστεύουν τις πιο φανταστικές ιστορίες για συνωμοσία, προδοσία και δολιοφθορά, πού διάβαζαν στις διάφορες ανταποκρίσεις των εφημερίδων από τις δίκες της Μόσχας. Τότε κατάλαβε καθαρά την αρνητική επίδραση του σοβιετικού μύθου («the negative influence οf the Soviet myth») απάνω σε αυτό πού εκείνος ονόμαζε Σοσιαλισμό (βλέπε παραπάνω τη σχετική παραπομπή). «Πρέπει κανένας ωστόσο να θυμάται», γράφει, «πώς η Αγγλία δεν είναι ολότελα δημοκρατική. Είναι και αυτή μια χώρα κεφαλαιοκρατική με μεγάλα ταξικά προνόμια και (ακόμα τώρα, ύστερα από ένα πόλεμο πού σχεδόν μας εξομοίωσε όλους) με μεγάλες διαφορές στον πλούτο. Μολαταύτα είναι μια χώρα όπου οι άνθρωποι έζησαν κάμποσες εκατοντάδες χρόνια δίχως να γνωρίσουν εμφύλιο πόλεμο, όπου οι νόμοι είναι σχετικά δίκαιοι και σχεδόν πάντα μπορεί να εμπιστεύεται κανένας τις επίσημες ειδήσεις και τις στατιστικές, και όπου να έχεις και να εκφράζεις τις απόψεις μιας μειοψηφίας δε συνεπάγεται κανένα θανάσιμο κίνδυνο». Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα δύσκολο να πιστέψει κανένας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις μαζικές εκτοπίσεις, τις παράνομες συλλήψεις, τη λογοκρισία του τύπου και τα υπόλοιπα. Ένας μέσος άνθρωπος γίνεται εύκολοπίστευτος στην ολοκληρωτική προπαγάνδα -συγκρίνει αυτόματα με τα όσα ξέρει- και καταπίνει με αθωότητα τα μεγαλύτερα ψέματα. Αυτό συμβαίνει με τον περισσότερο κόσμο και με όλα όσα, διαβάζει για μια χώρα όπως η Ε.Σ.Σ.Δ. («Everything he reads about a country like the U.S.S.R. is automatically translated into English terms»), και η πλειοψηφία των Άγγλων στάθηκε ανίκανη, ως τα 1939 και αργότερα ακόμα, να αποτιμήσει την αληθινή φύση του καθεστώτος των Ναζήδων στη Γερμανία («of assessing the true nature of the Nazi regime in Germany»).


Σε ένα άλλο αυτοβιογραφικό σημείωμα, γραμμένο τον Απρίλη του 1940, σημείωνε: «Όσα είδα στην Ισπανία, και όσα είδα από τότε μέσα στα παρασκήνια, σε αριστερά πολιτικά κόμματα, μου προκάλεσαν φρίκη για την πολιτική». Και παρακάτω: «Συναισθηματικά είμαι, βέβαια, «αριστερός», αλλά πιστεύω πώς ένας συγγραφέας μπορεί να απομείνει τίμιος μοναχά μακριά από κομματικές ταμπέλες» (The Collected Essays, II, 39). Στην Αγγλία ο George Orwell χάνει τη γυναίκα του την άνοιξη του 1945, και από το 1947 μπαινοβγαίνει σε διάφορα νοσοκομεία -υπόφερε από φυματίωση- ως το θάνατο του στις αρχές του 1950, σε ηλικία 46 χρονών. (Τον Όχτώβριο του 1949, τρεις μήνες προτού πεθάνει, παντρεύεται την Sonia Brownwell πού είχε γνωρίσει το 1945.) Αυτά για τον George Orwell.

Ετικέτες

Κυριακή, Ιούνιος 15, 2008

Ανθή Λεούση - Μικρά Βασίλεια

Image Hosted by ImageShack.us

Επουράνια Πιετά

Η κάθε σάρκα
απ’ την θνητότητα βαριά και αργοκίνητη -
και παίρνοντας ανάσες στα βουνά
θα ανέβει στην πηγή της.

Η βιασύνη που ανυπομονεί εκεί
στις κνήμες και στους αστραγάλους
δείχνει ότι προετοιμάζονται
να γιορτάσουν.

σελ. 113

Πέρασμα

Σπίτι άν πιάναμε ο Παρελθών κι εγώ
ή ένα πανδοχείο-
θα τους κερνούσαμε ορεκτικά ποτά
περαστικούς και επισκέπτες
θα τους ξεπροβοδίζαμε
απο το βάθος της κλειστής ψυχής τους
μαθημένους
σαν ξένη ατάραχα την ξενιτειά να βλέπουν.

σελ. 137

Διδασκαλία

Ποτιστική βροχή:
Αφουγκράζομαι
τι είναι η έμμονη στοργή.

σελ. 226


Ανθή Λεούση – «Μικρά Βασίλεια»
Εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008.

Ετικέτες

Κυριακή, Ιούνιος 08, 2008

Παύλος Ευδοκίμωφ – Η πάλη με τον Θεό.

Image Hosted by ImageShack.us




Η βαθειά απαισιοδοξία του Freud ή του Heidegger διαμορφώνεται εντελώς φυσικά, όταν σκέπτεται κανείς την ζωή σε σχέση με το τέλος της. Το να αναγνωρίσει κανείς και να δεχθεί αυτό το τέλος είναι ήδη μια φιλοσοφική στάση βαθειά και αληθινή, διότι «κανείς δεν ομιλεί για την ζωή τόσο καλά όσο ο θάνατος», σημειώνει ο Julien Green. Πράγματι, μια ατέλειωτη διάρκεια μέσα στις συνθήκες της επίγειας ζωής, ο χρόνος κομμένος απλούστατα από το τέλος του, θα στερούσε την ύπαρξη από το νοημά της. Η Simone de Beauvoir στο έργο της, «Ολοι οι άνθρωποι είναι θνητοί» (Tous les hommes sont mortels) συναντά τον Berdiaev και εκφράζει μια σωστή διαίσθηση: η ατέλειωτη διάρκεια της βιολογικής υπάρξεως θα κορυφωνόταν σε μια ατέλειωτη ανί­α. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι η φρίκη για την κόλαση προέρχεται ακριβώς από μια τέτοια ανία, πού μπορεί να διαιωνισθεί. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, η ζωή χωρίς τέλος με τις γήϊνες συνθήκες δεν μπορεί να είναι, παρά ένας δαιμονικός εφιάλτης, η αγάπη δε του Θεού προς την δημι­ουργία του εμποδίζει αυτή την διαιώνιση αυτής της κατα­στάσεως ζωής, πού δεν θα ήταν παρά ο έπικρεμάμενος θά­νατος.

Το νόημα της Ιστορίας, η ίδια η ύπαρξή της, είναι σε άμεση σχέση με το τέλος της, με τον ισολογισμό της, με την υπερβατικότητά της προς το «εντελώς άλλο», υπερβατικότητα περισσότερο αναπόφευκτη από τον ίδιο τον θάνατο. «Έσχατος εχθρός καταργείται o θάνατος», διακηρύσσει αποφασιστικά ο Απόστολος Παύλος(1). Το υπέρτατο κακό αποδεικνύεται ότι κυοφορεί την υπέρτατη λύση της ανθρώ­πινης μοίρας. Ο θάνατος προκαλεί την πολύ νόμιμη αγω­νία, σταματά την συνήθη βεβήλωση με την λήθη και το­ποθετεί αμέσως σ’ εκείνο το επίπεδο βάθους, το όποιον εντυ­πωσιάζει ο όλες τις περιπτώσεις με το μεγαλείο του μυστη­ρίου του. Ο άγιος Αυγουστίνος, στην αρχή της ζωής του, θρηνεί την αναχώρηση του φίλου του και ομολογεί: «Έγινε ένα μεγάλο ερώτημα για μένα τον ίδιο, και ερωτούσα την ψυχή μου» (2) .

Η αξία του ανθρώπου μετρείται με την στάση του προς τον θάνατο. Ο Πλάτωνας δίδασκε την φιλοσοφία σαν την τέχνη του «καλώς άποθανείν». Αλλά η φιλοσοφία δεν γνω­ρίζει νίκη πάνω στον θάνατο, μπορεί να την απαίτησει, δεν μπορεί να μας μάθει, πώς μπορούμε να πεθάνουμε «εν τη Αναστάσει». Βεβαιώνει μόνον, και σ' αυτό έγκειται όλο το μεγα­λείο της, ότι ο χρόνος δεν μπορεί να περικλείσει την αιωνιότητα, ότι χωρίς το τέλος του είναι περισσότερο άνευ νοή­ματος από τον θάνατο, ότι αυτός ο κόσμος, πού σκοτώνει τον Δίκαιο Σωκράτη, δεν είναι ο αληθινός κόσμος. Πολύ περισσότερο, τα εγκλήματα του μαρτυρούν για την ύπαρξη ενός αλλού κόσμου, οπού βασιλεύει ή δικαιοσύνη και όπου ο Σωκράτης ζεί αιωνίως νέος και ωραίος. Για τον Ιουστίνο, η μοίρα του Σωκράτους προεικονίζει την τύχη του Χριστού, ο οποίος πεθαίνει και ανίσταται, και «εν τω οποίω» ο Σω­κράτης ξαναγεννιέται για την αιωνιότητα.

Ο θάνατος δεν είναι μια στιγμή, συνυπάρχει και συντρο­φεύει τον άνθρωπο καθ' όλη την πορεία της ζωής του. Εί­ναι παρών σε όλα τα πράγματα, είναι το προφανές όριό τους. Ο χρόνος και ο χώρος, οι στιγμές πού χάνονται και οι απο­στάσεις πού χωρίζουν, είναι τόσες τομές, τόσοι τμηματικοί θάνατοι. Κάθε αποχαιρετισμός, λήθη, αλλαγή, το γεγονός ότι τίποτε δεν μπορεί να ξαναγίνει ακριβώς το ίδιο, μεταφρά­ζουν την πνοή τού θανάτου μέσα στην καρδιά της ζωής και μας αιωρούν μέσα στην οδύνη. Κάθε αναχώρηση ενός αγα­πημένου προσώπου, το τέλος κάθε πάθους, τα ίχνη του χρό­νου πάνω σ' έvα πρόσωπο, το τελευταίο βλέμμα πάνω σε μια πόλη ή σ' ένα τοπίο, πού δεν θα ξαναδούμε πια ποτέ, ή α­πλούστατα ένα μαραμένο λουλούδι προκαλούν μια βαθειά μελαγχολία, μια προκαταβολικά άμεση εμπειρία του θανά­του.

Η φύση δεν γνωρίζει προσωπική αθανασία, δεν γνω­ρίζει παρά την επιβίωση του είδους. Οι «άθεοι» δεν μπορούν να οραματίζονται παρά επιβίωση μέσα στα έργα τους ή μέσα στην ανάμνηση των μελλοντικών γενεών είναι μια μελαγ­χολική αθανασία λεξικού, το πολύ - πολύ.

Η βιαιότητα του θανάτου δεν μπορεί να εξουδετερωθεί παρά με την αρνησή του. Γι' αυτό στο κέντρο της ζωής ορθώνεται ο Σταυρός η δε Ζωή δέχεται ελεύθερα να περάσει από τον θάνατο, για να τον ανατίναξει και να τον εκμηδένισει : «θανάτω θάνατον πατήσας», ψάλλει η Εκ­κλησία την νύχτα του Πάσχα. Ο Ωριγένης αναφέρει μια παράδοση, κατά την οποία το σώμα του Αδάμ είχε ταφεί εκεί όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Μια άλλη παράδοση λέγει ότι το ξύλο τού Σταυρού έχει την προέλευσή του από το δένδρο της Εδέμ. Έτσι ο Σταυρός του Χριστού έγινε το Δένδρο της ζωής. Η Βίβλος αγνοεί την φυσική αθανασία και αποκαλύπτει την Ανάσταση πού έρχεται από το υπερπέραν: από τον θάνατο και την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Έτσι μόνον ο Χριστιανισμός δέχεται την τραγικότητα του θανάτου, τον κοιτάζει κατά πρόσωπο, γιατί o Θεός περνά απ' αυτό τον δρόμο και όλοι τον ακολουθούν.

1. Α' Κορ. 15, 26.
2. 'Εξομολογήσεις, σ. 69.


Παύλου Ευδοκίμωφ
«Η Πάλη με τον Θεό»
Πατριαρχικό Ιδρυμα Πατερικών Μελετών, 1991.
Σελ. 238-240.

Ετικέτες

Σάββατο, Ιούνιος 07, 2008

ΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΣΑΣ - Ένας αυτοδίδακτος αληθινός καλλιτέχνης.

Image Hosted by ImageShack.us



Ο Τάκης γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1923 σε κεντρική γειτονιά του Βελβεντού. Οι γονείς του ήταν ο Νικόλαος και η Σοφία Καραματσούκα ή Γιαννούσα, ένα παρατσούκλι που τους το κληροδότησε ο παππούς Γιάννης- Γιαννούσας. Η μητέρα του ήταν μο­δίστρα στο Βελβεντό. Ο πατέρας του, μετανάστης στην Αμερική πρώτα και μετά στη Ρουμανία, όταν γύρισε στο χωριό, άνοιξε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα στον κεντρικό δρόμο του Βελβεντού, εκεί που είναι σήμερα το καφενείο του κ. Γιάννη Ασμή και το σπίτι του κ. Νίκου Φκιαρά. Στο μαγαζί τους πήγαιναν άνθρωποι και από τα γύρω χωριά μ' ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, για να τ' ανταλλάξουν με λίγο λάδι και να γλυκαθούν με την καραμέλα, κέρασμα του κυρ-Νικόλα. Ο Τάκης είχε άλλα τέσσερα αδέλφια: Το Γιάννη, που ήταν δάσκαλος, την Ελένη, την Αικατερίνη και την Ελπίδα.


Image Hosted by ImageShack.us



Ο Τάκης έχει μια ιδιαιτερότητα στον τρόπο που εκφράζεται. Δεν μπορεί να ολο­κληρώσει τις προτάσεις του. Αυτό το πρόβλημα προέκυψε μετά από μια δυσεντερία που έπαθε, όταν ήταν περίπου δύο ετών. Για ένα μήνα περίπου υπέφερε από πόνους, διάρ­ροιες και εμετούς. Η μητέρα του για να τον ανακουφίζει, μετά από συμβουλή γιατρού, του έδινε τη νύχτα λίγο υπνωτικό για να κοιμάται. Ένα πρωί δεν τον βρήκε στο κρεβάτι του και τον ανακάλυψε στο υπόγειο του σπιτιού τους, εκεί που είχαν τα σταφύλια, έτοιμα για το πατητήρι, να τρώει. Από τότε άρχισε να αναρρώνει. Η δυσεντερία αυτή, δυστυ­χώς, του προκάλεσε αφυδάτωση με αποτέλεσμα τη βλάβη εγκεφαλικών κυττάρων, η οποία άφησε στον Τάκη μια αναπηρία. Αντιθέτως, τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού που είχαν προσβληθεί από δυσεντερία πέθαναν, όπως μας πληροφορεί η αδελφή του Τάκη, Ελπίδα.


Image Hosted by ImageShack.us



Πήγε σχολείο μέχρι την Τετάρτη Δημοτικού. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από την κυρία Όλγα Ασμή (Παπανικόλα). Ακόμα τη θυμάται ο Τάκης και την αναφέρει συχνά. Η Ελπίδα μας αφηγήθηκε ένα περιστατικό από την τάξη: «Ένα πρωί που η κυρία Όλγα έκανε, όπως συνηθιζόταν τότε, έλεγχο για καθαρά νύχια και μαντήλι, ο Τάκης ανακάλυψε άτι δεν είχε μαντήλι μαζί του. Τι να κάνει τότε κι αυτός, βγάζει την άκρη από το άσπρο του που­κάμισο, τη διπλώνει προσεκτικά και ακουμπά απάνω τα χέρια, δίνοντας έτσι λύση στο πρό­βλημα». Από μικρό παιδί διακρίνεται για την περιέργεια και την εφευρετικότητα του...


Image Hosted by ImageShack.us



Από τις πιο αγαπητές φιγούρες του χωριού μας, ο Τάκης είναι ευπρόσδεκτος από όλους. Είναι γνωστή, στους μεγαλύτερους τουλάχιστον, η αγάπη του για τη μουσική. Η φλογέρα του συνόδευσε πολλά γλέντια. Τα τραγούδια του γάμου είναι τα αγαπημένα του. Στο σπίτι του έχει μια ολόκληρη συλλογή από φλογέρες και ένα ακορντεόν. Τις πρώτες νότες τις διδάχτηκε από τον αδελφό του Γιάννη. Ήθελε τόσο πολύ να μάθει μουσική, που κλεινόταν ώρες ολόκληρες μ' ένα κερί στο υπόγειο, για να κάνει την πρακτική του.


Image Hosted by ImageShack.us



Καλλιτεχνική φύση ο Τάκης, μεγαλώνοντας ανακάλυψε και τη μαγεία των χρωμά­των. Απ' ό,τι φαίνεται, στη δυσκολία του να επικοινωνήσει με τους άλλους, έβρισκε μόνος του τρόπους για να εκφράζει τις σκέψεις του, τα συναισθήματα του, τα όνειρα του. Ζω­γραφίζει σε κάθε είδους χαρτί που πέφτει στα χέρια του. Πάνω σε λαδόκολλες, καφέ χαρ­τιά περιτυλίγματος, μπλοκ ζωγραφικής. Ο καμβάς, όμως, που ο ίδιος επινοεί και κατασκευάζει είναι τα χάρτινα κουτιά. Γιατί ο. Τάκης, ως καλλιτέχνης που είναι, θέλει να ανακαλύπτει δικούς του τρόπους έκφρασης. Έτσι, ανοίγει τα χάρτινα κουτιά προσεκτικά και ενώνει τα σχισίματα στις άκρες ράβοντας τα. Στην αρχή σχεδιάζει με μολύβι, στη συ­νέχεια το σχέδιο το περνάει με στυλό και μετά βάζει τα χρώματα. Ξυλομπογιές, μαρκα­δόρους, νερομπογιές, τέμπερες ακόμα και βαφές νημάτων χρησιμοποιεί στις ζωγραφιές του. Οι πίνακες του είναι εικόνες από την παιδική του ηλικία. Στην πραγματικότητα ο Τάκης δε μεγάλωσε ποτέ. Είναι ο Πήτερ Παν στη χώρα των χρωμάτων. Οι ζωγραφιές του διη­γούνται ιστορίες. Αλλες που έζησε ο ίδιος κι άλλες που φαντάστηκε. Σε κάθε πίνακα του πετάει ένα αεροπλάνο, άλλες φορές γερμανικό να βομβαρδίζει κι άλλες εγγλέζικο να ρίχνει τρόφιμα. Οι Γερμανοί δηλώνουν έντονη την παρουσία τους στους πίνακες του. Εξάλλου ο Τάκης έζησε μια τραυματική εμπειρία, όταν κρατήθηκε ως όμηρος. Αφέθηκε τελικά ελεύ­θερος, όταν μια γυναίκα προσπαθώντας να τον σώσει, έθεσε σε κίνδυνο τη σωματική της ακεραιότητα.


Image Hosted by ImageShack.us



Στους πίνακες του Τάκη απεικονίζονται χωράφια με σιτάρια, καπνό, φίδια, δραγά­τες, Αγιοι, αραμπάδες, καρναβάλια -ο Τάκης λατρεύει την Αποκριά και η αγαπημένη του αμφίεση είναι «του κουρίτσ' απ' του Ορτόκι».

Όσοι τον στενοχωρούν γίνονται θέμα της ζωγραφικής του. Πάνω στον καμβά του τους τιμωρεί. Όλο και κάποιο φίδι θα ξεφυτρώσει, για να τους τσιμπήσει!
Ζωγραφίζει με μεγάλη λεπτομέρεια πουλιά, μπουντίνους (μεταξοσκώληκες), σπίτια, εκκλησίες, αγγέλους, το λάκκο που πλημμυρίζει, καρυδιές, ποτάμια, γερμανικά όπλα, φυ­σίγγια, στολές, ζώα με φτερά που έχουν στα πόδια τους ρόδες, σουρεαλιστικές εικόνες, παραμυθένιες.


Image Hosted by ImageShack.us



Ο Τάκης ως ζωγράφος μας βάζει δύσκολα. Μας αναγκάζει, εξαιτίας του λεπτομερούς σχεδίου του, να σταθούμε ώρα αρκετή μπροστά στους πίνακες του, να τους παρατηρή­σουμε πολύ καλά, μη μας ξεφύγει κάτι και χάσουμε όλη τη μαγεία της ιστορίας που θέλει να μας διηγηθεί.

Για την Ομάδα Ζωγραφικής του Μ.Ο.Β
Βλάχου Βαΐτσα

Δευτέρα, Μάϊος 05, 2008

Ananda K. Coomaraswamy - Tι είναι τέχνη ;

Image Hosted by ImageShack.us




Στην τυπική κοινωνία, όπως τη συνέλαβε o Πλάτωνας, ή ό­πως πραγματώθηκε στον φεουδαρχικό κοινωνικό ιστό ή στο σύ­στημα των καστών, η απασχόληση έχει τον χαρακτήρα αποστολής και συνήθως είναι κληρονομική. Σκοπός ήταν να ασκεί τουλάχι­στον ό κάθε άνθρωπος το χρήσιμο επάγγελμα πού εκ φύσεως του ταιριάζει, και μέσω του οποίου συνεπώ; μπορεί να υπηρετήσει βέλτιστα την κοινωνία όπου ανήκει, και συνάμα να πραγματώσει τη δική του τελείωση. Εφόσον ο καθένα; χρησιμοποιεί πράγματα φτιαγμένα με τέχνη, όπως δηλώνει ο όρος «τεχνούργημα», και κα­τέχει μια τέχνη κάποιου είδους, είτε ζωγραφική, γλυπτική, σιδη­ρουργία, πλεκτική, μαγειρική ή τη γεωργική τέχνη, τότε δεν υ­πάρχει ανάγκη γενική; ερμηνείας της φύσης της τέχνης, αλλά σκοπός είναι η μετάδοση της γνώσης επιμέρους τεχνών σ' εκεί­νους που πρόκειται να τις ασκήσουν. Αυτή η γνώση μεταβιβάζε­ται κανονικά από τον δάσκαλο στον μαθητευόμενο, χωρίς να υ­πάρχει καμμιά ανάγκη για «σχολές τεχνών». Μια τέτοιου είδους ολοκληρωμένη κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει αρμονικά για χι­λιετίες, με την απουσία εξωτερικής επέμβασης.

Από την άλλη πλευρά η ομαλή ζωή αναρίθμητων ανθρώπων μπορεί να κατα­στραφεί σε μια γενιά από το αφανιστικό άγγιγμα του πολιτισμού μας· η τοπική αγορά ξεχειλίζει από μια ποσοτική παραγωγή πού ο υπεύθυνος τεχνίτης δεν μπορεί να ανταγωνιστεί· η αποστολική δομή της κοινωνίας με τη συντεχνιακή της οργάνωση και τα ανά­λογα πρότυπα εργασίας, υποσκάπτεται· ο καλλιτέχνης απογυμνώνεται από την τέχνη του και αναγκάζεται να βρεί μια «δου­λειά» μέχρι πού τελικά η αρχαία κοινωνία βιομηχανοποιείται και συρρικνώνεται στο επίπεδο κοινωνιών όπως οι δικές μας, στις ό­ποιες ως προτεραιότητα της ζωής τίθεται η επικερδής «δουλειά». Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ότι τα δυτικά κράτη φοβούνται και μισούν άλλους λαούς, όχι μόνο για προφανείς πολιτικούς ή οικο­νομικούς λόγους, αλλά ακόμα πιο βαθιά, ενστικτωδώς σχεδόν, για πνευματικούς λόγους;

Τι είναι τέχνη, ή μάλλον τι ήταν τέχνη; Κατά πρώτο λόγο η κυριότητα του καλλιτέχνη, ένα είδος γνώσης και ικανότητας με την οποία γνωρίζει, όχι ό,τι πρόκειται να φτιαχτεί, αλλά πώς να φαντάζεται τη μορφή του πράγματος πού πρόκειται να φτιαχτεί, και πώς να ενσωματώνει αυτή τη μορφή σ' ένα κατάλληλο υλικό, έτσι ώστε το τελικό τεχνούργημα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ο ναυπηγός «χτίζει» το καράβι, όχι για αισθητικούς λόγους, αλ­λά για να μπορούν οι άνθρωποι να πλέουν στο νερό είναι σίγου­ρο ότι το καλοχτισμένο πλοίο θα είναι και όμορφο, όμως ό ναυ­πηγός δεν πάει να εργαστεί για να φτιάξει κάτι όμορφο- είναι αυτονόητο ότι μια καλοφτιαγμένη εικόνα θα είναι όμορφη, με άλ­λα λόγια ότι θα τέρψει όταν τη δούν εκείνοι προς χρήση των οποίων φτιάχτηκε, όπως και ο δημιουργός μιας προτομής χύνει τον μπρούτζο στο καλούπι με κύριο σκοπό αυτό πού θα φτιάξει να είναι χρήσιμο και όχι να στηθεί σαν στολίδι στην προθήκη του μουσείου.

Συνεπώς η τέχνη μπορεί να οριστεί ως ή ενσωμάτωση στο υ­λικό μιας εκ των προτέρων σχηματισμένης μορφής.


Ananda K. Coomaraswamy
«Η Χριστιανική και
Ανατολική Φιλοσοφία
Της Τέχνης»
Εκδ. Πεμπτουσία, 1994.
Σελ. 15-16
Εικόνα εξωφύλλου: Εξαπτέρυγο απο ασήμι, Κωνσταντινούπολη, 6ος αιώνας.

eXTReMe Tracker